άξιος

Ποταμός τηςΜακεδονίας με συνολικό μήκος 410 χλμ., από τα οποία τα 80 βρίσκονται σε ελληνικό έδαφος, και λεκάνη απορροής 22.250 τ. χλμ., από τα οποία 2.300 βρίσκονται σε ελληνικό έδαφος. Πηγάζει από το όρος Σκάρδος, στα Α των συνόρων Αλβανίας και Κοσσυφοπεδίου. Αρχικά κατευθύνεται B και διαρρέει το λεκανοπέδιο του Τέτοβο, όπου σχηματίζεται η άνω κοιλάδα του Α. σε μέσο ύψος περίπου 420 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας. Έπειτα στρέφεται στα Α, διαρρέει την πεδιάδα των Σκοπίων και αφού περάσει μέσα από τα Σκόπια, παίρνει νοτιοανατολική κατεύθυνση· μεγαλύτερος παραπόταμός του στο τμήμα αυτό της διαδρομής του είναι ο Τρέσκα (από τα δεξιά). Στα Ν των Σκοπίων ο Α. μπαίνει στη στενωπό του Βέλες, διαρρέει την πόλη Τίτοφ Βέλες και συνεχίζει τη διαδρομή στη διευρυνόμενη κοιλάδα του, σε μήκος περίπου 70 χλμ. Αφού δεχτεί τους μεγαλύτερους παραποτάμους του, όπως τον Μπαμπούνα από τα δεξιά και τον Μπρεγκάλνιτσα από τα αριστερά, μπαίνει στα στενά των Σιδηρών Πυλών (μήκος 20 χλμ. και πλάτος σε μερικά σημεία 2 χλμ., ενώ σε άλλα μόλις που περνά η σιδηροδρομική γραμμή), απ’ όπου με αυξημένη την ποσότητα και την ορμητικότητα των υδάτων του βγαίνει στο λεκανοπέδιοτου Χούντοβο, συνεχόμενο με το λεκανοπέδιο της Γευγελής. Από εκεί στρέφεται στα Ν, περνά από το στενό μεταξύ Τζένας και Κερκίνης, μπαίνει σε ελληνικό έδαφος μεταξύ των χωριών Εύζωνοι και Ειδομένη και, αφού διαρρεύσει τμήμα της πεδιάδας της Θεσσαλονίκης, που αποτελεί την κάτω κοιλάδα του Α., εκβάλλει στον Θερμαϊκό. Κυριότεροι παραπόταμοί του σε ελληνικό έδαφος είναι το Μεγάλο Ποτάμι, το Μεγάλο Ρεύμα και ο Γοργόπης. Ο Α. κατά την περίοδο των βροχών μεταφέρει μεγάλεςποσότητες στερεών υλών, γι’ αυτό και είχε σχηματιστεί στην περιοχή του δέλτα του, που ήταν εκτεταμένο και με πολλούς κλάδους, μεγάλη προσχωματική βαλτώδης περιοχή που έτεινε να ενωθεί με το απέναντι ακρωτήριο του Μεγάλου Εμβόλου (Καραμπουρνού) και να κλείσει τον Θερμαϊκό. Για να εκλείψει αυτός o κίνδυνος έγιναν έργα εκτροπής της κοίτης του Α. και η εκβολή του μετατοπίστηκε νοτιότερα. To καλοκαίρι, η μέση παροχή του Α. είναι 40-50 κ.μ. ανά δευτ. και στην αιχμή των πλημμυρών του Δεκεμβρίου φτάνει τα 2.450 κ.μ. ανά δευτ. To πλάτος του στον κάτω ρου του φτάνει περίπου τα 500 μ., ενώ το συνηθισμένο βάθος του κυμαίνεται περίπου στα 2 μ. Στον Α. υπάρχει φράγμα που αρδεύει μεγάλες εκτάσεις γης. Η κοίτη του ποταμού βρίσκεται μέσα σε βαθιά αύλακα, που σχηματίστηκε χιλιάδες χρόνια πριν και χώρισε την ανατολική κρυσταλλοπαγή μάζα της Ροδόπης από τη δυτική Πελαγονική (δυτική Μακεδονία). Η μεγάλη αυτή κοιλάδα, της οποίας προέκταση στα Ν είναι ο Θερμαϊκός, αποτελεί τη λεγόμενη Ζώνη του Α., που έχει ιδιαίτερη γεωλογική σύσταση: ιζηματογενή σχιστολιθικά πετρώματα, ασβεστολιθικά και κρυσταλλικά με γρανιτικές εγχύσεις. Ο Α., που ονομάζεται το όνομα Βαρντάρ στο σλαβικό τμήμα του, αναφέρεται από τον Όμηρο με το σημερινό του όνομα, ενώ ο Θουκυδίδης τον αποκαλεί Άξιο και αργότερα οι βυζαντινοί συγγραφείς Βαρδάριον. Η κοιλάδα του, που εκτείνεται στα Β μεταξύ των σλαβικών οροσειρών, υπήρξε ο δρόμος από τον οποίο κατέβηκαν ως ειρηνικοί μετανάστες ή εισβολείς διάφοροι λαοί από τη βόρεια Βαλκανική και την κεντρική Ευρώπη. Στα νεότερα χρόνια έγινε θέατρο σημαντικών στρατιωτικών επιχειρήσεων (μάχες μεταξύ σερβικού και βουλγαρικού στρατού το 1913, επιχειρήσεις Αξιού μεταξύ Αγγλογάλλων και Βουλγάρων το 1915). Το μεγάλο καθολικό υπερπηδητό φράγμα του Αξιού έχει μήκος 1.200 μ. και ύψος 3 μ., 8 μεταλλικές θύρες που λειτουργούν με ηλεκτρισμό και δύο συγκροτήματα έργων υδροληψίας με ρυθμιστικές θύρες. Με το φράγμα αυτό αρδεύονται τα 35.000 στρέμματα της πεδιάδας Θεσσαλονίκης (φωτ. Α. Καββαδία). Τμήμα του Αξιού κοντά στο Πολύκαστρο· ο ποταμός ονομάζεται επίσης και Βαρδάρης.
* * *
-α, -ο (AM ἄξιος, -ία, -ιον)
(με γεν.)
1. αυτός που του αξίζει, που του αρμόζει κάτι
2. αντάξιος κάποιου
3. «άξιος λόγου» — αξιόλογος, σημαντικός
νεοελλ.
1. ικανός, επιδέξιος σε κάτι
2. ταλαντούχος, αυτός που επιδίδεται σε κάτι με επιτυχία
3. επιδοκιμαστικό επιφώνημα του λαού που παρίσταται στη χειροτονία κληρικού
4. φρ. α) «άξιος οίκτου» — αξιολύπητος
6) «είναι άξιος της τύχης του» — πάσχει δίκαια
αρχ.
1. αυτός που ισοδυναμεί, που αντιστοιχεί με κάτι στην αξία, στο βάρος κ.λπ.
2. φρ. «πολλοῡ ἄξιος» — πολύτιμος
3. αυτός που έχει χρηματική αξία, που στοιχίζει
4. ακριβός, βαρύτιμος, μεγάλης αξίας
5. φθηνός, προσιτός στην τιμή
6. αυτός που πρέπει, που αρμόζει, κατάλληλος
7. (για πρόσωπα) ομοτάξιος, ευγενής
8. επαρκής για κάτι
9. όμοιος με κάτι, αντίστοιχος
10. σημαντικός, σπουδαίος
11. «ἄξιος εἰμί» — μου πρέπει ή έχω δύναμη και εξουσία για κάτι
12. «ἄξιον ἐστί» — πρέπει, αρμόζει, αξίζει, αξίζει τον κόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η σημασία «άξιος» της λ. εμφανίζεται μετά τον Όμηρο συχνά με ηθική έννοια. Ο τ. συνδέεται με το ρ. άγω «βαρύνω, ζυγίζω» (πρβλ. λατ. agīna «πόρπη της ζυγαριάς», exagium «ζυγός») και θα πρέπει να προέρχεται από *άκτιος (που πιθ. βασίζεται στο *άκτις -άξις) με ονοματική παρέκταση σε -τ- και συριστικοποίηση.
ΠΑΡ. αξία, αξιώ (-ώνω)
μσν.- νεοελλ.
αξιοσύνη
νεοελλ.
αξιάδα, αξίζω, αξιωσύνη, αξιώτικος.
ΣΥΝΘ. (α' συνθετικό) αξιαγάπητος, αξιάγαστος, αξιάκουστος, αξιέπαινος, αξιέραστος, αξιοδάκρυτος, αξιόζηλος, αξιοθαύμαστος, αξιοθέατος, αξιοκαταφρόνητος, αξιόκτητος, αξιόλογος, αξιομακάριστος, αξιόμαχος, αξιομίμητος, αξιομνημόνευτος, αξιόπιστος, αξιόποινος, αξιοπρεπής, αξιοπροστάτευτος, αξιοσπούδαστος, αξιοτίμητος, αξιότιμος, αξιοφίλητος, αξιόχρεως
αρχ.
αξιακρόατος, αξιέντρεπτος, αξιοεργός, αξιόθεος, αξιόθρηνος, αξιόληπτος, αξιομισής, αξιόνικος, αξιοπενθής, αξιόπλοκος, αξιοπραγία, αξιόρατος, αξιόσκεπτος, αξιοστράτηγος, αξιοτέκμαρτος
αρχ.-μσν.
αξιοζήλωτος
μσν.
αξιαγώνιστος, αξιογέραστος, αξιοδίωκτος, αξιοπαράκλητος, αξιόσεπτος, αξιώλεθρος
μσν.- νεοελλ.
αξιοσέβαστος
νεοελλ.
αξιανάγνωστος, αξιοζήλευτος, αξιοθρήνητος, αξιολύπητος, αξιοπαρατήρητος
(β' συνθετικό) ανάξιος, αντάξιος, επάξιος, ισάξιος
αρχ.
αλαλάξιος, απάξιος, αποτάξιος, ευάξιος, κατάξιος, πανάξιος, παράξιος, τιμάξιος
νεοελλ.
τρισάξιος, υπεράξιος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • άξιος — α, ο достойный, способный, искусный; άξιος! άξιος! достоин! достоин! Слово это сначала произносится архиереем, а затем поется сослужащими ему священнослужителями и клиром при рукоположении архиереем других лиц в сан дьякона и иерея; а также поет …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • .άξιος — ἄξιος , ἄξιος counterbalancing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀξιός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄξιος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄξιος — counterbalancing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άξιος — α, ο, επίρρ. άξια 1. ικανός, κατάλληλος για κάτι: Είναι άξιος να πετύχει και μεγαλύτερα πράγματα. 2. αντάξιος για κάποιον ή για κάτι: Είναι άξιος θαυμασμού για όσα κατόρθωσε. 3. φρ. «άξιος! άξιος!», αναφώνηση επιδοκιμασίας στη χειροτονία… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αξιός — Sp Várdaras Ap Вардар/Vardar makedoniškai Sp Áksijas Ap Αξιός/Aksios graikiškai L u. Makedonijoje ir Š Graikijoje …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • άξιος — [оксиос] εκ. достойный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀξιώτερον — ἄξιος counterbalancing adverbial comp ἄξιος counterbalancing masc acc comp sg ἄξιος counterbalancing neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀξιωτάτων — ἄξιος counterbalancing fem gen superl pl ἄξιος counterbalancing masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.